Στα βαθιά νερά της Αποστροφής, ξενάγησε το 1965 τους θεατές ο Ρόμαν Πολάνσκι. Στη πρώτη του Αγγλόφωνη ταινία, ο σκηνοθέτης άνοιξε με το “κλειδί του τρόμου” το τρίο από τις ταινίες Διαμερισμάτων, όπως ο ίδιος κάποτε τις χαρακτήρισε, αλλάζοντας με το τρόπο αυτό τα δεδομένα και τα κλισέ του ψυχολογικού αλλά και κοινωνικού θρίλερ.

Η Κάρολ, η πανέμορφη νεαρή Βελγίδα που ζει στο Λονδίνο με την αδερφή της, αδυνατεί να συμβιβαστεί με μια φυσιολογική ζωή. Το λεπτεπίλεπτο κορίτσι που εργάζεται ως αισθητικός, βιώνει τη κάθε στιγμή ως ένα νέο τραύμα, μια εμπειρία που τη καταδικάζει ολοένα και παραπάνω στα πάθη της. Ακόμη και στον ύπνο της, μια σειρά από άγριες σεξουαλικές σκηνές, σε συνδυασμό με τις ψευδαισθήσεις και με τη λαγνεία που οι άνδρες νιώθουν στο αντίκρισμα της ομορφιάς και της γοητείας της, την οδηγούν τελικά σε μια απάνθρωπη και αποτρόπαιη συμπεριφορά, κάποιο Σαββατοκύριακο που μένει μόνη στο διαμέρισμα. Η Κάρολ, έχει άρνηση για οτιδήποτε αφορά το σεξ. Από ένα απλό φλερτ στο δρόμο, μέχρι την επίθεση που δέχτηκε από το σπιτονοικοκύρη της, ξεδιπλώνει σιγά σιγά όλη την εσωστρέφεια των σκέψεων και των πράξεων της σε ένα καμβά λακωνικό και μονοδιάστατο.

Στις σκιές μιας ασπρόμαυρης ταινίας, ο Πολάνσκι βρίσκει τη Ντενέβ και εκμεταλλεύεται το ταλέντο της στο έπακρο. Η αγνή εφηβική ομορφιά της και το κοριτσίστικο ακόμη στυλ της είναι αυτό που εξιτάρει τον σκηνοθέτη. Ναι, ο Πολάνσκι ίδρυσε τη δική του σχολή Τρόμου εισχωρώντας εξυπνότερα σε ότι έχει να κάνει με την απελευθέρωση και τη σεξουαλική επανάσταση, ωστόσο φαίνεται να σέβεται και να τιμά τον βασιλιά του σασπένς, Άλφρεντ Χίτσκοκ. Δεν είναι μόνο η Ντενέβ, η κλασική Χιτσκοκική ξανθιά, μα η ωμή βία με τρόπο που σοκάρει δίχως να προκαλεί είναι ακόμη μια τεχνική που ανήκει στον προγενέστερο του Γαλλοπολωνού σκηνοθέτη και στη προκειμένη περίπτωση και σεναριογράφου. Το ψυχογράφημα της παρανοϊκής παρουσίας, ακολουθεί μια πορεία τόσο σταθερή, όσο και αριστουργηματική. Σκοπός βέβαια από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα πρώτα σημάδια μέχρι την ολοκληρωτική πτώση, η απογύμνωση κάθε πιθανού εσωτερικού σημείου όπου δεσπόζει ο φόβος. Δεν είναι άλλωστε τυχαία αυτή η κορύφωση που ξεκινά από την ατόφια αρχή του ρεαλισμού και φτάνει στην έσχατη αρρωστημένη κατάσταση της πρωταγωνίστριας. Σκηνές γεμάτες απειλή, μουσική που αναζωπυρώνει την αγωνία και κραυγές που έπονται από jump scares της εποχής, συντελούν σε ένα αποτέλεσμα πλέον κλασικό και ανεπανάληπτο.

Σε ένα ρεσιτάλ σκηνοθεσίας και ερμηνείας, το δίδυμο Πολάνσκι-Ντενέβ, κατάφερε να κερδίσει τις καλύτερες εντυπώσεις, αλλά και να δημιουργήσει σκέψεις και ενδοιασμούς για μια υποβόσκουσα πλοκή στο σενάριο. Οι κριτικοί, τότε, μίλησαν για τη σημασία των ονείρων της Κάρολ αλλά και για το τελευταίο πλάνο με το οποίο ο Πολάνσκι έκλεισε τη ταινία. Σε μια οικογενειακή φωτογραφία που όλοι χαμογελούν, η μικρούλα Κάρολ κοιτά με μίσος κάπου αλλού. Έπειτα όλη αυτή την απέχθεια για το ανδρικό φύλο, ορισμένοι την απέδωσαν σε πιθανό βιασμό της πρωταγωνίστριας από τον ίδιο της τον πατέρα. Όπως και να έχει, ο Ρόμαν Πολάνσκι στήριξε όλη τη καριέρα και τη φήμη του στη θεμιτή προκλητικότητα, κάτι το οποίο ο κόσμος αγάπησε και συνεχίζει να λατρεύει σε αυτόν.

Η Joyland, Ο Stephen King Και Η Ενηλικίωση Του Ντέβιν Τζόουνς

Δες τη σελίδα μας στο Facebook

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.