“Σου γράφω πάλι από ανάγκη, η ώρα πέντε το πρωί…”, “Take me back, to the night we met…”, “Έρωτα μου, αγάπη μου ζωή και απαραίτητη μου αναπνοή…”, “Και στο διάβολο πουλάω τη ψυχή μου εγώ, για να βρεθώ απόψε τυλιγμένος στου κορμιού το βυθό…”, ” Να με προσέχεις, γιατί έχω πέσει χαμηλά…”, ” Ακόμα και αν φύγεις, για το γύρω του κόσμου, θα σαι πάντα δικός μου, θα μαστε πάντα μαζί…”

Στίχοι, τραγούδια που δεν ξέρεις πότε τα καταλαβαίνεις και γιατί κάποιες φορές… Αν καταλαβαίνεις το νόημα, αν χτυπά η καρδιά σου για αυτά με το σωστό ρυθμό. Το δάκρυ θα κυλά πολλές φορές και, θα υπάρξουν φορές που δεν θα ξέρεις αν είναι για τον έρωτα που έχασες από βλακεία, εγωισμό, κεράτωμα, ζήλια ή απερισκεψία, από απόσταση, από έλλειψη προσπάθειας, από ρουτίνα  ή απλώς είναι ένα παράπονο. Το παράπονο της μοναξιάς, που ενώ θα είσαι με παρέα, φίλους, παλιούς ή καινούριος, με άτομα που γνωρίζεις εκείνη τη στιγμή και λέτε ιστορίες με ότι πιο γελοίο σας έχει τύχει στη δουλειά, πίνετε στριμωγμένοι όλοι στην μπάρα και γελάτε, νιώθεις γεμάτος και χαρούμενος, αλλά…

Έρχεται ένα Αλλά μετά τόσο μεγάλο, που μόνο αν είσαι σε αυτή τη φάση της ζωής σου θα το καταλάβεις, αλλιώς θα μελαγχολήσεις χωρίς λόγο. Γυρνάς με το τελευταίο λεωφορείο της γραμμής και ενώ δεν έχεις πιει σχεδόν καθόλου, γιατί περνάς έτσι και αλλιώς καλά, δεν χρειάζεσαι το ποτό για να κάνεις κεφάλι, το κεφάλι το έχεις κάνει ήδη από το γέλιο και την καλή παρέα, συνειδητοποιείς ότι κάτι σου λείπει και μετά… κενό. Λευκό και παγωμένο, σαν τη στιγμή που κάθεσαι μέσα στο λεωφορείο και είναι νεκρή σαν τη νύχτα που δεν ζεις αυτό που θες, δεν είσαι εκεί που θες, δεν ξαπλώνεις εκεί που θες, δεν έχεις την ανάσα που θες στο εσωτερικό του λαιμού σου.

Τότε είναι που κρατάς αυτό το μικρό διάβολο στα χέρια σου και σκέφτεσαι να στείλω ή να μη στείλω. Την απάντηση από την άλλη γραμμή τη ξέρεις ήδη… Σηκώνεις το βλέμμα σου, έφτασες στη στάση σου, κοιτάς γύρω και ανασαίνεις τις πρώτες δόσεις άνοιξης που έρχονται από μακριά (και ας υπάρχει ένας ιός θανατηφόρος, σχεδόν παντού, που σου έχει πάρει τα αφτιά και αν βάλεις τον εγωισμό και το εγωκεντρικό σου πρόβλημα μπροστά, θα φανεί γελοίο, παιδικό). Περπατάς και αφουγκράζεσαι την όποια ησυχία μπορείς να κλέψεις από τον δρόμο. Τότε έρχεται και άλλη αλήθεια.

Το μέλλον που δεν ξέρεις πως θα είναι, η δουλειά που κάνεις και δεν σου αρέσει, το ψεύτικο χαμόγελο που φοράς σε κάθε ξένο στη δουλειά και δε σου χαρίζει το “καλημέρα”, η αγένεια που ξεκινά από το πρωί στα μέσα και καταλήγει πάλι στη πόρτα του λεωφορείου ή του μετρό, το άξεστο φλερτ που μπορεί να δέχτηκες, τα λόγια που δεν είπες για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου ( δηλαδή τον πραγματικό σου σύντροφο), τα λόγια που δεν είπες όταν έπρεπε σε άτομα που τα άξιζαν και τα κέρδισαν με το χρυσό σπαθί.

Σου γράφω πάλι από ανάγκη. Από αγάπη. Κάτω από τον ίδιο ουρανό, με κάποια χιλιόμετρα απόστασης. Τρυφερά και απαλά. Με τον κίνδυνο να εκτεθώ και να ξεφτιλιστώ. Τουλάχιστον τα μάτια σου θα το έχουν διαβάσει. Μπορεί και όχι…

Υ.Γ: Σου χρωστώ εμπιστοσύνη. Μου χρωστάς ένα χορό. Μας χρωστάμε ένα ταξίδι κάτω από το Βόρειο Σέλας.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Ερωμένη Των Φάρων

Δείτε τη σελίδα μας στο Facebook

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.