Ήταν μεσημέρι της Τρίτης 24 Οκτωβρίου του μακρινού 1963 όταν ο Γεώργιος Σεφεριάδης, γνωστός με το ψευδώνυμο “Σεφέρης” κατέκτησε για το σύνολο του έργου του το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η χαρμόσυνη είδηση ήρθε να ταράξει τα κοσμικά και μη της Ελλάδας, καθώς πρώτη φορά ένας Έλληνας Λογοτέχνης κερδίζει το βραβείο αυτό! (Ο δεύτερος Έλληνας Λογοτέχνης ήταν 16 χρόνια μετά το όχι και τόσο μακρινό 1979 ο Οδυσσέας Ελύτης). Ας επιστρέψουμε ωστόσο στον Γεώργιος Σεφέρη.

Ο Γεώργιος Σεφέρης είχε προταθεί για το Νόμπελ άλλες δύο φορές στο παρελθόν, το 1955 και το 1961, ωστόσο με ομόφωνη απόφαση το έλαβε τελικά το 1963. Και τις τρεις φορές είχε προταθεί από τον επίσης ποιητή Τόμας Έλιοτ. Το ταλέντο, η οξύνοια, η δημιουργικότητα, και το ύφος του, που πήγαζε από το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες, καθώς και όλο το έργο του, ήταν κάποια από τα στοιχεία που τον ξεχώρισαν από τους αντιπάλους του. Οι αντίπαλοι του δε, δεν ήταν ούτε ένας, ούτε δύο, αλλά 80, όπου ανάμεσα τους φιγουράριζαν κάποια από τα μεγαθήρια του ποιητικού κόσμου της εποχής, όπως ήταν ο Νερούδα και ο Μπέκετ.

Από τους 80, στην τελική φάση πέρασαν μόλις οι 6, ο Σεφέρης, ο Γ.Χ. Ώντεν, ο Πάμπλο Νερούδα, ο Σάμιουελ Μπέκετ, ο Γιούκο Νισίμα και ο Άξελ Σάντιμοζ. Πριν από την τελική απόφαση οι φιναλίστ περιορίστηκαν στους τρεις, στον Σεφέρη, τον Ώντεν και τον Νερούδα. Η απόφαση για το Νόμπελ ήταν ομόφωνη.Ο γραμματέας της επιτροπής, Osterlund, υποστήριξε πως η επιλογή του Σεφέρη υπήρξε μια ευκαιρία να αποδώσουν έναν θαυμάσιο φόρο τιμής στη σύγχρονη Ελλάδα, μια γλωσσική περιοχή που περίμενε πάρα πολύ καιρό για μια βράβευση σε αυτό το επίπεδο.

Αρκετοί, ωστόσο, είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως ο Σεφέρης δεν κέρδισε το βραβείο μόνο για το έργο του, αλλά και για τις αρεστές προς την κριτική επιτροπή απόψεις του. Ο Σεφέρης ήταν αρκετά μετριοπαθής και προσεκτικός και ποτέ δεν είχε προκαλέσει, εν αντιθέσει με τους Νερούδα και Μπέκετ, όπου ο πρώτος ήταν κομμουνιστής και ο δεύτερος μηδενιστής. Στάσεις ζωής και απόψεις που δε συνάγουν με την καθωσπρέπει και συντηρητική σουηδική επιτροπή. Όλα αυτά έγιναν γνωστά το 2013, όπου δημοσιεύτηκαν τα πρακτικά της τότε κριτικής επιτροπής. Θεωρίες ωστόσο, που δεν ξέρουμε αν ισχύουν, αν λάβουμε υπόψη μας πως ο Νερούδα κατέκτησε το ίδιο Νόμπελ το 1971 -έτος θανάτου του Σεφέρη-. Για τον έναν ή τον άλλον λόγο, ο Σεφέρης κέρδισε το βραβείο και όλες τις εντυπώσεις.

Στις 10 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ο Σεφέρης κατά τη διάρκεια του επίσημου δείπνου στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, παρέθεσε τον παρακάτω λόγο:

“Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» (μτφρ. «δεν πρέπει ο Ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο· διαφορετικά, οι ίδιες οι Ερινύες θα προσφερθούν ως βοηθοί της Δικαιοσύνης»).

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…»***. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να ‘βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα”

Απόσπασμα από την απονομή του Σεφέρη.

2

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.