Μπορεί ένα λουλούδι ν΄ανθίσει μες στο χιόνι; Μπορεί, όσο ένας έρωτας γεννιέται μέσα στον θάνατο και τον πόλεμο…

Ένα παιχνίδι επιβίωσης και απελπισίας, περιέγραψε στη συγγραφέα Χέδερ Μόρις, μέσα από τη δική του ματιά, ο Λάλε Σοκολόφ, απ΄τη ματιά του δερματοστίκτη σ΄ένα απ΄τα πιο οδυνηρά και φρικτά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σε αυτό του Άουσβιτς/ Μπιρκενάου. Οι συνθήκες οδήγησαν τον εβραϊκής καταγωγής Λάλε και χιλιάδες άλλους ομοθρήσκους του και μη, στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, με τη πρόφαση ότι “Η Δουλειά Ελευθερώνει”. Μες στην ατυχία του, και αφού εργάστηκε για ένα διάστημα ως χτίστης εκεί, του χαρίστηκε η προνομιούχα θέση του δερματοστίκτη, ενώ χάρη στην εξυπνάδα και στις γνώσεις του, καταφέρνει να έχει με το μέρος του, την εύνοια όλων εκείνων που η ψυχή του αποκαλούσε “Μπάσταρδους” και “Γουρούνια”. Ήταν αυτός που στο δικό του μπράτσο έφερε το νούμερο 32407 και απ΄τη ντροπή και τη θλίψη γι αυτό που έκανε στους συνανθρώπους του, έκρυβε καλά τη προσωπική του ιστορία για πάνω από πέντε δεκαετίες. Ζούσε έως τότε με το φόβο της ρετσινιάς για συνεργασία με τους Ναζί, κάτι για το οποίο δεν είχε κανένας το δικαίωμα να τον κατηγορήσει. Ο Λάλε ήταν απλώς ένα πιόνι στη διαστροφή και τη δίνη, που μέρα με τη μέρα εξαγόραζε τη ζωή του. Ό,τι συνέβη εκεί μέσα ήταν για να σώσει ο καθένας τη ζωή του…

Ο φάρος ελπίδας φώτισε τη σκιερή και κενή εξαιτίας της φρίκης του πολέμου, καρδιά του Λάλε, όταν γνώρισε τη Γκίτα. Μια νεαρή στην οποία χάραξε τον πράσινο αριθμό, στο τρυφερό και νεανικό της χέρι. Ο αμοιβαίος και αγνός τους έρωτας, σκόρπισε την αγάπη, τη φιλία και τη συνεργασία σε όλο το στρατόπεδο. Οι μέρες είχαν σκοπό, γινόταν πιο μεγάλες, γεμάτες πίστη για ζωή και για ένα σίγουρο αύριο, που επισκίασε για τους δύο νέους τη φοβέρα του θανάτου.

Τίποτα όμως δε στάθηκε ικανό να σπρώξει μακριά τη θλίψη, τον τύφο, την εξαθλίωση, τον αποχωρισμό αγαπημένων προσώπων, ειδικά όταν κατέφθασε εκεί, ίσως ο μεγαλύτερος εγκληματίας που πέρασε από την ανθρωπότητα, ο Γιόζεφ Μένγκελε και αναζητούσε για θύματα του, όπως ένα αδέσποτο ψάχνει για τροφή. Κάθε ξημέρωμα, έμοιαζε με ένα κολαστήριο, που οι στάχτες του σκορπούσαν στα κεφάλια των… ίσως επόμενων, των αθώων, των σκλαβωμένων, των διαφορετικών απ΄τη μάζα του κακού.

Οι συγκλονιστικές περιγραφές του Λάλε, ξεχειλίζουν από συναίσθημα και ανθρωπιά, από την ανάγκη για λίγο ζεστασιά στις ψυχές, λίγη αγάπη και φιλία, λίγο από το τίποτα που τους δόθηκε εκεί για τρία ολόκληρα χρόνια. Και τον ίδιο τον δερματοστίκτη, ουκ ολίγες φορές τον “φλέρταρε” ο θάνατος, καθώς ο Μάνγκελε του εκμυστηρεύτηκε… “Εσένα μια μέρα θα σε πάρω”. Έπρεπε όμως να ζήσει, για τη πρώτη σκέψη που ερχόταν στο μυαλό του όταν ο χάρος του χτυπούσε τη πόρτα, τη Γκίτα. Και τα κατάφερνε… Κάθε φορά με άλλο τρόπο. Άλλες φορές το χρωστούσε στη τύχη, άλλες πάλι στις γνωριμίες του και τον οξυδερκή χαρακτήρα του.

Για μια ακόμη φορά, η ιστορία απέδειξε πως τίποτα δε μπορεί να πολεμήσει και να σταθεί εμπόδιο, στον έρωτα. Ο Λάλε και η Γκίτα συναντήθηκαν, ύστερα από το διασκορπισμό των κρατουμένων, έζησαν και γέρασαν μαζί, όπως ακριβώς ονειρεύτηκαν κάποτε, σε ένα βρώμικο μπλοκ, με ξυρισμένα κεφάλια. Τους χώρισε ο θάνατος, ο φυσικός θάνατος, όταν το 2003 απεβίωσε η Γκίτα, ενώ εκείνος, καρτερικά περίμενε να πάει να τη συναντήσει στην αιωνιότητα.

 

Ο “Δερματοστίκτης του Άουσβιτς”, ήρθε σαν ένα νέο αποκαλυπτικό ντοκουμέντο όσον αφορά την αντιμετώπιση των Εβραίων και των τσιγγάνων, αλλά και τις συνθήκες επιβίωσης και θανάτου που επικρατούσαν μέσα εκεί. Απ΄τη πανοραμική του “θέα”, ο Λάλε μπόρεσε και χώρεσε σε λίγες περιγραφές, σε λίγα λόγια, όλα αυτα τα αισθήματα που σημάδεψαν -όχι στο μπράτσο, αλλά στη ψυχή- τον ίδιο, τον φόβο και την αγωνία που έβλεπε στα μάτια των διπλανών του, το θάνατο που κάθε μέρα αηδίαζε απ΄τη μυρωδιά του. Εικόνες και μέρες που δεν έφυγαν ποτέ απ΄το μυαλό του…

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.