Ν’ αγαπάς την ευθύνη, να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ/ΕΦΗΒΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη του μακρινού 1883 και συγκεκριμένα στις 18 Φλεβάρη, στο Ηράκλειο, γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας Καζαντζάκη, ο Νίκος. Ο πατέρας Μιχάλης ήταν ένας σκληρός κι αυταρχικός άνθρωπος, σε αντίθεση με την μητέρα του Μαρία, που ο Νίκος συνήθιζε να την παρομοιάζει με νεράιδα. Μια νεράιδα γλυκιά και ήρεμη, που στην αγκαλιά της ο μικρός Νίκος μπέρδευε την σκληρή πραγματικότητα, με την παιδική φαντασία και αθωότητα. Και γιατί ήταν σκληρή η πραγματικότητα; Αφού όταν έχεις 2 μικρότερες αδερφές, έναν χαμένο αδερφό “από την κούνια” και το βάρος της τουρκοκρατίας, τότε η καθημερινότητα, το χρέος, η τιμή και η αξιοπρέπεια σε βαραίνουν και στέκουν θεριά από πάνω σου.

Το 1889, σε ηλικίας μόλις 6 ετών για το νεαρό παιδί ξεσπά μια άκαιρη και αναίτια επανάσταση στο νησί του, την Κρήτη, κατά των Τούρκων. Έτσι, η οικογένεια αναγκάζεται να φύγει από την Κρήτη για έξι μήνες και να μετοικίσει στον Πειραιά, για να σωθεί από την τουρκική οργή που έσπερνε το θάνατο στο διάβα της. Μετά το πέρας των έξι μηνών, η πλειοψηφία των προσφύγων που εγκατέλειψαν το νησί, επέστρεψαν πίσω και η ζωή απέκτησε πάλι την “κανονικότητα της”. Ο Νίκος άρχισε να φοιτά στο δημοτικό. Ωστόσο, το 1897, εξαιτίας μιας ακόμη επανάστασης, μετά τον πόλεμο με την Τουρκία, η οικογένεια πήρε πάλι το δρόμο της προσφυγιάς κι αυτή τη φορά με προορισμό την Νάξο. Εκεί διδάχθηκε τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και ήρθε σε μία πρώτη επαφή με τον δυτικό πολιτισμό, την ευρωπαϊκή παιδεία και λογοτεχνία. Ο Καζαντζάκης ήταν δέσμιος ενός δίπολου που τον χαρακτήριζε σε όλη τη ζωή και το συγγραφικό του έργο. Από τη μία, η Κρήτη, δηλαδή η πατρίδα, η τιμή και το χρέος, ενώ από την άλλη, η Δύση, το όνειρο, η επιθυμία, η ίδια η ζωή. Το 1899 επέστρεψαν στο Ηράκλειο, όπου την εξουσία είχε αναλάβει πλέον ο εντολοδόχος των Μεγάλων Δυνάμεων, Πρίγκιπας Γεώργιος, και ολοκλήρωσε εκεί τις γυμνασιακές σπουδές του. Ο ερχομός του Πρίγκιπα Γεωργίου έδωσε μια νέα κοσμοπολίτικη πνοή στο νησί και η αλλαγή αυτή σημάδευσε τον έφηβο Νίκο.

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή


Η ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

Το 1902 ο Νίκος εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία και εγκαταστάθηκε για σπουδές στην Αθήνα. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών στο Πανεπιστήμιο, όπου αποφοίτησε με άριστα το Δεκέμβριο του 1905, ενώ το 1906 πήρε το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με άριστα. Στο πτυχίο του Νίκου Καζαντζάκη φαίνεται και η υπογραφή του Κωστή Παλαμά, ο οποίος ήταν γραμματέας στο Πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα με τις σπουδές του ασχολούνταν με τον πνευματικό κόσμο και τις πνευματικές εξελίξεις. Ακόμη, αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά υπό τα ψευδώνυμα Ακρίτας, Κάρμα Νιρβαμή και Πέτρος Ψηλορείτης. Το 1905 μετέφρασε κείμενα του Ρενάν, του Δάντη και του Ζαν Πολ, όπου τα δημοσίευε στα περιοδικά. Το 1906 πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με δικό του έργο, το μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), για να ακολουθήσει την ίδια χρονιά το δοκίμιο “Η Αρρώστια του Αιώνος”.

Τον Οκτώβρη του 1907 μετακόμισε στη γαλλική πρωτεύουσα για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Νομική. Εκεί επηρεάζεται από την αλλιώτικη ζωή της πόλης του φωτός. Στο Παρίσι έρχεται αντιμέτωπος με την ομορφιά, την ποίηση, τη λογοτεχνία (κυρίως με τους καταραμένους ποιητές) και την μουσική. Όταν τελείωσε τις σπουδές του στο Παρίσι έκανε ταξίδια σε ευρωπαϊκές πόλεις, ενώ μετά επέστρεψε στο Ηράκλειο. Το 1910 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου, με την οποία χωρίζει λίγο καιρό αργότερα κι άλλες γυναίκες πήραν τη θέση της. Το 1912 ζήτησε να συμμετάσχει εθελοντικά στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, αλλά τελικά διορίστηκε στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.

Μετά το πέρας και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου επισκέφτηκε πολλές χώρες, όπως ήταν η Γερμανία και η Ιταλία. Παράλληλα, εργαζόταν και ως δημοσιογράφος, όπου έκανε και αρκετά ταξίδια μέσα από το επάγγελμα του. Μία από τις αγαπημένες του χώρες ήταν η Ρωσία, στην οποία έβρισκαν πρόσφορο έδαφος οι πολιτικές του απόψεις. Μέχρι τα μέσα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχε ολοκληρώσει την συγγραφή ενός από τα πιο σπουδαία έργα του “Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά”. Μετά το τέλος του πολέμου δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, έχοντας ζήσει τα τραγικά Δεκεμβριανά και επηρεασμένος από τις διαχρονικές του απόψεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, για πρώτη φορά αναμειγνύεται με την πολιτική, προκειμένου να ενώσει τις ομάδες αποσχισθέντων δημοκρατικών της μη Κομμουνιστικής Αριστεράς. Επίσης, διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Θεμιστοκλή Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου 1946.

Παρά τις 14 φορές που προτάθηκε για Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο σπουδαίος συγγραφές δεν τα κατάφερε καμιά, με κάποιους από τον πολιτικό και πολιτιστικό κύκλο της χώρας μας να τον μειώνουν, εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Το 1948 παραιτήθηκε από την UNESCO και τη θέση που είχε αναλάβει εκεί για να αφιερωθεί στη λογοτεχνία και στη συγγραφή. Ταυτόχρονα, έκανε ξανά ταξίδια στο εξωτερικό. Το 1951 η υγεία του κλονίζεται. Το 1952 μεταφέρεται στο Άμστερνταμ και αργότερα στο Παρίσι, όπου τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Το 1954 νοσηλεύεται στο νοσοκομείο του Φράιμπουργκ, όπου διαπιστώνεται ότι έχει καλοήθη λεμφοειδή λευχαιμία.

Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Ο Καζαντζάκης έκανε το 1957 το τελευταίο του ταξίδι στο Πεκίνο. Για να φτάσει εκεί, όμως, πέρασε μέσα από την Ιαπωνία, όπου έπρεπε να εμβολιαστεί για χολέρα κι ευλογιά. Το εμβόλιο του προκάλεσε μόλυνση και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο στο Άμστερνταμ. Με την κατάσταση να παραμένει κρίσιμη μεταφέρθηκε στο Φράιμπουργκ. Εκεί νοσηλεύτηκε για πολύ καιρό, ξεπέρασε τη μόλυνση, ωστόσο δεν είχε θεραπευτεί ποτέ από τη λευχαιμία και κατέληξε στις 26 Οκτώβρη του 1957. Στις 4 Νοέμβριου έφτασε στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου δόθηκε για λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη του Αγίου Μηνά. Στον τάφο του υπάρχει ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός, ενώ στην πλάκα υπάρχει η φράση “ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ-ΔΕΝ ΦΟΒΟΥΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ-ΕΙΜΑΙ ΛΕΦΤΕΡΟΣ”

Tι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Παρακάτω παρατίθενται η ημερομηνία των πιο σπουδαίων έργων του κι η ημερομηνία κυκλοφορίας τους:

  • 1906: «Όφις και Κρίνο» (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή)
  • 1909: «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας»
  • 1925 – 1938: «Οδύσσεια»
  • 1925, 1927, 1928, 1929: «Ταξιδεύοντας: Ρουσία»
  • 1926, 1927, 1937: «Ταξιδεύοντας: Ιταλία – Αίγυπτος – Σινά – Ιερουσαλήμ – Κύπρος – Ο Μοριάς»
  • 1946: «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»
  • 1948: «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται»
  • 1950: «Ο Καπετάν Μιχάλης»
  • 1951: «Ο Τελευταίος Πειρασμός»
  • 1953: «Ο Φτωχούλης του Θεού»
  • 1955: «Οι Αδερφοφάδες»
  • 1957: «Αναφορά στον Γκρέκο» (αυτοβιογραφική μυθιστορία)

Τα τέσσερα τελευταία έργα είναι οι σπουδαίες μεταφράσεις του:

  • 1934: Δάντης, «Θεία Κωμωδία»
  • 1955: Όμηρος, «Ιλιάδα»
  • 1961: Νικολό Μακιαβέλι, «Ο Ηγεμόνας»
  • 1965: Όμηρος, «Οδύσσεια»

Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά.


ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ-ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Είναι γνωστό τοις πάσι πως οι σχέσεις του συγγραφέα με την Εκκλησία ήταν ιδιαίτερα τεταμένες, με αποκορύφωμα, η εκκλησία να ζητήσει ακόμα και τον αφορισμό του. Τα έργα του: «Ο Τελευταίος Πειρασμός», «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» και «Καπετάν Μιχάλης», έγιναν αφορμή ώστε η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της, να ζητήσει από την Κυβέρνηση την απαγόρευσή τους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ιερά Σύνοδο στον «Τελευταίο Πειρασμό» ο Χριστός παρουσιάζεται με ανθρώπινες αδυναμίες, στο έργο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» καταδεικνύει τις αμαρτωλές αδυναμίες των ιερέων, ενώ το έργο «Καπετάν Μιχάλης» χαρακτηρίστηκε ως αντιχριστιανικό κι αντεθνικό. Αρκετοί, όμως, είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως ο Καζαντζάκης δεν πολεμήθηκε για τα μυθιστορήματα του, αλλά για τα πολιτικά του φρονήματα και πιστεύω. Τελικά ο αφορισμός του δεν προχώρησε ποτέ, αφού ο  Πατριάρχης Αθηναγόρας δεν τον ενέκρινε, με την εκκλησία απλώς να αποτρέπει το κοινό από την αγορά των συγγραμμάτων του. Δυστυχώς, όμως το στίγμα του άπιστου και ιερόσυλου, τον συνόδευε ακόμα και μετά το θάνατό του.

Μετά το θάνατο του ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος δεν έδωσε την άδεια να τεθεί η σορός του συγγραφέα σε λαϊκό προσκύνημα, μια εντολή που τελικά παραγκωνήθηκε. Επιπλέον, ο Αρχιεπίσκοπος δεν επέτρεπε σε κανέναν ιερέα να τελέσει την κηδεία. Τελικά, κάτω από τις φωνές των Κρητικών και του Αχιλλέα Γεροκωστόπουλου, υπουργού παιδείας, που βρίσκονταν στην Κρήτη για την κηδεία, ο Αρχιεπίσκοπος υποχώρησε και έστειλε ιερέα.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ήταν Έλληνας συγγραφέας, πολιτικός, δημοσιογράφος, μουσικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και φιλόσοφος, αρθρογράφος και μεταφραστής. Ένας άντρας που αγαπούσε τη λογοτεχνία, τα ταξίδια και είχε αδυναμία στις όμορφες γυναίκες. Μια εμβληματική μορφή της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που σημάδεψε ανεξίτηλα με την πένα του τον 20ο κι όχι μόνο αιώνα. Ένας συγγραφέας που διαβάστηκε, διαβάζεται και θα διαβάζεται από όλους τους ανθρώπους, όλου του κόσμου.

Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά.

7

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.