Το ίντερνετ καταλαμβάνει καθημερινά ολοένα και περισσότερο χώρο τόσο στην ιδιωτική, όσο και στην δημόσια ζωή μας. Πάνε οι εποχές όπου το διαδίκτυο ήταν προνόμιο λίγων και είχε περιορισμένες δυνατότητες. Τώρα, όλοι μας έχουμε πρόσβαση στο διαδίκτυο. Και πέρα από πρόσβαση, έχουμε και δράση στους κόλπους του. Ο λόγος γίνεται για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σχεδόν όλες οι πτυχές της ζωής μας έχουν εισχωρήσει σε ένα, ή και περισσότερα social media. Μία εξ αυτών, και το χιούμορ. Τι γίνεται, όμως, όταν σε ένα τόσο αχανές σύμπαν, όπως είναι το ίντερνετ, κυριαρχεί η λογοκρισία; Πώς καταλαβαίνει κανείς ποιος θέτει τα όρια, ποιος τα ξεπερνάει και ποιος βαδίζει εντός τους; Και εν τέλει, πόσο σκληρή και αυστηρή μπορεί και πρέπει να είναι αυτή η επιτήρηση;
Ας εξετάσουμε το ζήτημα από μια ευρύτερη σκοπιά. Το χιούμορ του Έλληνα -κατά την προσωπική και ταπεινή μου άποψη-, στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: αυτοαναφορικότητα, αντίθεση και υπερβολή.
Ας μην γελιόμαστε, εμείς οι Έλληνες είμαστε ένας λαός που διακατέχεται από φιλαυτία. Μας αρέσει να ακούμε για εμάς. Τρανό παράδειγμα οι σελίδες του στυλ «Ο τοίχος είχε την δική του υστερία», «Ατάκες του FB», «Μαργαρίτες Μάντολες», κλπ. Η απήχησή τους, πέρα από το σχεδόν ποτέ ενίοτε καλό χιούμορ, έχει βασιστεί στο ότι μιλούν για διάφορες ψυχώσεις, ευτράπελα και κομμάτια της ζωής του Έλληνα.
Στην συνέχεια, έρχεται η αντίθεση. Ή η αντιθετικότητα, όπως συνηθίζω να λέω καμιά φορά. Η αντίθεση, μπορεί να μην είναι πάντα ένα τόσο έντονο στοιχείο του «χιουμοριστικού DNA» των Ελλήνων όταν λειτουργούν ως δέκτες, αλλά σίγουρα είναι δομικό στοιχείο του πομπού. Ο πομπός, δηλαδή ο δημιουργός, ή ο εκφραστής του αστείου, συνθέτει ένα ψηφιδωτό από εικόνες, λέξεις, αντιδράσεις και καταστάσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Κι όμως, μέσα στην τεράστια αντίθεσή τους, κατορθώνουν να συνθέσουν το σύνολο ενός καλού αστείου. Επί παραδείγματι, σκηνές από τηλεοπτικές σειρές, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως προϊόντα πολιτικής σάτιρας, αναλόγως την λεζάντα και τον τρόπο χρήσης.
Τρίτος και σημαντικότερος, κατά την γνώμη μου άξονας, η υπερβολή. Αστεία «τραβηγμένα από τα μαλλιά», τα οποία ενίοτε προκαλούν. Και προκαλούν διάφορες αντιδράσεις. Από υστερικό γέλιο, μέχρι ασυγκράτητο θυμό. Αστεία τα οποία στηρίζονται σε ευαίσθητες πτυχές της ζωής και είναι είτε κακεντρεχή και κακότροπα, είτε ειλικρινή και άμεσα, σαν την άποψη ενός μικρού παιδιού που δεν φιλτράρεται μέσα από την πολιτική ορθότητα και τον καθωσπρεπισμό.
Και ίσως, εκεί να παίζεται όλο το παιχνίδι. Στην υποκειμενικότητα. Στα πλαίσια της οποίας δημιουργούνται οι διαφορές. Και οι διαφορές, εν προκειμένω, λύνονται με την αθάνατη μέθοδο της λογοκρισίας. Όμως, η λογοκρισία στα κοινωνικά δίκτυα, δεν γίνεται πάντα αυτεπάγγελτα. Προσπαθεί να την επιβάλλει ο θεματοφύλακας-χρήστης. Όταν το αστείο ξεπεράσει την δική του νοητή γραμμή ανοχής, όταν ακούει για τα ελαττώματα και τα λάθη του, ή όταν νιώσει πως εκτίθεται λόγω της κατάρρευσης του σοσιαλμιντιακού του προσωπικού αφηγήματος, ο Έλλην ξεσπαθώνει. Αναβιώνει το πατριωτικό και ηθικό του φρόνημα και διαμέσου της εξουσίας που νομίζει πως έχει μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, χτυπάει ανελέητα προς πάσα κατεύθυνση. Ίσως αυτό να συμβαίνει λόγω της ατομικής σημαντικότητας του νεοελληνάκου που παίρνει επικίνδυνα τα πάνω της με 2-3 like.
Όμως πιστεύω, ότι υπάρχει κάτι βαθύτερο: ο φόβος απέναντι στον ισχυρότερο. Όταν φοβόμαστε να χτυπήσουμε τον ισχυρό, την αιτία του πραγματικού θυμού μας, τότε στοχεύουμε τα πυρά μας στον λιγότερο ισχυρό, ο οποίος θα είναι και κάπως πιο ευάλωτος. Κι έτσι, αντί να την πληρώνουν διάφοροι γελοίοι πολτικοί που διαφημίζουν την πολιτική τους δράση, ή οι δολοφόνοι ναζιστές της «Χρυσής Αυγής», δέχονται αναφορές και report οι χομπίστες του ιντερνετικού χιούμορ, καθώς ένα αρνητικό σχόλιο στην σελίδα ενός πολιτικού, ή ενός που προστατεύεται από νονούς της νύχτας, θα στοχοποιηθεί γιατί «ΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ!!111!1!11».
Καλό είναι, λοιπόν, να μην κοιτάμε το δέντρο χάνοντας το δάσος. Η προαναφερθείσα υποκειμενικότητα, έχει να κάνει με τις επιλογές. Όπως κάποια αστεία υπερβολικού περιεχομένου μάς κάνουν να γελάμε, έτσι κάποια άλλα μπορεί να μας κάνουν να νιώσουμε αηδία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να διαλέγουμε από που θα «προμηθευόμαστε» τα αστεία της ημέρας. Έτσι κι αλλιώς, τίποτα δεν είναι υποχρεωτικό. Μπαίνεις σε μια σελίδα, βλέπεις το περιεχόμενο και αποφασίζεις εάν σου αρέσει ή όχι. Ή σε περίπτωση που στην αρχή σου αρέσει και μετά το μετανιώσεις, μπορείς να το πεις ακόμα και στον ίδιο τον «δημιουργό», ή να πάρεις το like σου και να το χαρίσεις κάπου αλλού. Δεν νομίζω να παρεξηγηθεί κανένας.
Απλά, ίσως να μην είμαστε ακόμα έτοιμοι να δεχτούμε την τόση εξουσία που μας έχει δωθεί. Εδώ καλά-καλά δεν έχουμε συνειδητοποιήσει την δύναμη που έχει η ψήφος μας, ή το τηλεκοντρόλ που κρατάμε σφιχτά στα χέρια μας, με αποτέλεσμα να ψηφίζουμε μονίμως τους ίδιους ανθρώπους και να βλέπουμε τα ίδια τηλεοπτικά σκουπίδια, σαν απαθείς και αδρανείς θεατές έξω από τα ίδια μας τα σώματα…

10

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here