Ζούμε στον κόσμο της μανιώδους ταχύτητας. Άνθρωποι τρέχουν εδώ και ‘κει λυσσασμένοι να προλάβουν μια πρώτη θέση σε ένα λεωφορείο,μην αργήσουν στη δουλειά,στο πανεπιστήμιο,μην δεν είναι στην ώρα τους σε κάθε τους υποχρέωση. Και έτσι δεμένοι χειροπόδαρα από την υπευθυνότητά τους βλέπουν μετά από χρόνια τη ζωή τους να περνά μπροστά από τα μάτια τους και δεν είναι ικανοποιημένοι.Δεν έζησαν τις τρέλες που ονειρεύονταν, δεν επέτρεψαν να τους πάρει κάποιος άλλος τη θέση στην εταιρεία κι έχασαν ανθρώπους από δίπλα τους γιατί είχαν διαφορετικές προτεραιότητες, δεν περπάτησαν μια φορά, δεν έτρεξαν μια νύχτα χωρίς να σκέφτονται το τί έχουν την επόμενη μέρα να φέρουν εις πέρας. Κι έτσι κύλησε η ζωή χάνοντας το ενδιαφέρον της.Επειδή εμείς το επιτρέψαμε.Και κάποιες φορές αναλογίζομαι.”Πότε άρχισαν αυτά;”, λέω. Πότε; Όταν αρχίσαμε να μεγαλώνουμε.Τότε που έπρεπε να ωριμάσουμε. Που έπρεπε να βγούμε στην κοινωνία,εκείνη την σκληρή,την απάνθρωπη κοινωνία με τα αλλόκοτα “πιστεύω” της,με την λογοκρισία της.Φοβηθήκαμε μην γίνουμε δαχτυλοδεικτούμενοι. Κι έτσι βίαια μεγαλώσαμε.

Υπάρχουν,όμως, κι εκείνοι, οι λίγοι, που δεν σκέφτονται έτσι κι απολαμβάνουν το κάθε λεπτό. Που γελούν,παίζουν και δεν υποκρίνονται τίποτα που δεν είναι στην πραγματικότητα. Κάνουν αστείες γκριμάτσες,λένε ανούσια αστεία αλλά γελούν με την καρδιά τους. Δεν ενδιαφέρονται για το πώς τους βλέπει η κοινωνία. Μπορούν να βγουν στους δρόμους και να χορέψουν στην άσφαλτο με τις πιζάμες. Τρελούς θα τους πεις,θα τους χλευάζεις. Παλιμπαιδίζουν, έτσι; Μήπως,όμως,εκείνοι έχουν βρει την ουσία της ύπαρξης;

Αγαπώ να αγκαλιάζω την μητέρα μου. Δημόσια. Κι αγαπώ να της μιλώ κάπως παιδικά, με μια αλλιώτικη φωνή,σε μια περίεργη,ίσως, γλώσσα που μονάχα οι δυο μας καταλαβαίνουμε. Δημόσια. Δεν με απασχολεί τί θα πει ο κόσμος. Δεν λανθάνω,λοιπόν,όταν παιδική είμαι. Είμαι παιδί. Είμαι το παιδί της. Κι ελπίζω πως όταν γέρικα ειν’ τα χέρια μου,όταν το πρόσωπό μου ρυτίδες θα ‘ναι γεμάτο και τα γόνατά μου θα πονούν και όρθια δεν θα μπορώ να στέκομαι,πάλι παιδί θα νιώθω. Δεν έχει να κάνει η ηλικία με την αθωότητα και την ξεγνοιασιά. Κι αν κάνω παιδιά, αν αποκτήσω και εγγόνια έτσι θα τα μεγαλώσω. Με το ένστικτο της παιδικότητας.Με το άγγιγμα της στοργής, το παράπονο των μωρών,το κλάμα στο τσεπάκι,την δίψα για παιχνίδι ακόμα και στις πιο στενάχωρες και σοβαρές περιπτώσεις. Τα παιδιά δεν κρατούν τίποτε μέσα τους. Ό,τι νιώθουν το εκδηλώνουν. Κι αυτό είναι ό,τι πιο ειλικρινές.

Πόσο σπουδαίο προσόν,πόσο ακριβή ‘κείνη η προίκα να είσαι παιδί σε έναν κόσμο με απασχολημένους και ώριμους ενήλικες! Να είσαι παιδί. Και να παίζεις αμέτρητα παιχνίδια,να βλέπεις κινούμενα σχέδια,να παίζεις με άλλα “παιδιά”,να αφήνεις κάθε συναίσθημα να σε αγγίξει. Τρυφερά σαν χάδι. Είναι πράγματι αμαρτία να ανήκεις στην γενιά των μεγάλων και να κάνεις ”πράγματα για μεγάλους”. Τι μυστήρια πλάσματα που είμαστε εμείς οι άνθρωποι!Όταν πηγαίνουμε σχολείο θέλουμε να δουλέψουμε. Όταν δουλεύουμε θέλουμε να γυρίσουμε στο σχολείο. Ίσως γιατί ως μαθητές δεν είχαμε όλες εκείνες τις ευθύνες που αποκτήσαμε έπειτα. Ίσως γιατί κρυβόμασταν κάτω από ένα τραπέζι κάθε φορά που φοβόμασταν,σίγουροι πως η μητέρα, ο πατέρας, η γιαγιά, ο γλυκός παππούς θα έτρεχαν να εξουδετερώσουν κάθε μας φόβο. Κι ίσως ακόμη να περιμένουμε.

Νιώθω κι εγώ ώρες ώρες ανέτοιμη για τόσες ευθύνες,υποχρεώσεις,κακίες,ψευτιές, απατεωνιές που πρόκειται να βιώσω. Κι εγώ θέλω να τρέξω να κρυφτώ κάτω από το τραπέζι και να ‘ρθει ξανά ο παππούς να εξευμενίσει κάθε δαίμονα που προσπαθεί να με λυγίσει. Τα παιδιά,όμως,πάντοτε βρίσκουν έναν λόγο για να χαμογελούν. Κι επειδή κι εγώ είμαι ακόμη παιδί,θα βρω. Κι εσύ το παιδί που κρύβεις μέσα σου, ασ’το να χαμογελάσει.Όταν σου χαμογελά ένα παιδί,χαμογελά και η ζωή. Κι έχει συννεφιά,βρέχει, αστράφτει. Έπειτα ο ουρανός γεμίζει χρώματα. Λες να είναι τυχαίο που η πιο συχνή ζωγραφιά των παιδιών είναι το ουράνιο τόξο; Σταμάτα,άνθρωπε, να είσαι μεγάλος. Το κλειδί προς την ευτυχία είναι να βλέπεις τη ζωή με μάτια μικρού παιδιού.

 

4
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΤι έμαθα ακούγοντας Tame Impala
Επόμενο άρθροΗ αντανάκλαση στον καθρέφτη
Ανακαλύπτοντας τον κόσμο τούτο της γραφής, του μελανιού, του πληκτρολογίου, ίσως, ανακάλυψα τον εαυτό μου. Και πράγματι, μην ονειρευτείτε κάποια περιπέτεια ψυχική. Είμαι κάτι καθημερινό. Όσο ο καθένας. Κι είμαι τόσο σημαντικό, όσο ο καθένας. Τόσο μοναδικό, όσο ο καθένας. Καμιά όμως περιπέτεια, πέραν της ίδιας της επιβίωσης. Δεν πιστεύω πως τα λόγια μου αλλάζουν τον κόσμο. Αλλάζουν μονάχα εμένα. Και γι' αυτό τα αγαπώ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.