Πηγή εικόνας: cutprintfilm.com

Οι αδερφοί Κοέν έχουν γράψει στη διάρκεια των ετών χαρακτήρες τόσο εξαίσιους που αποκτά κανείς άμεση σύνδεση μαζί τους. Γράφουν για ανθρώπους μίζερους, τρελούς και εκκεντρικούς σε μια προσπάθεια να δείξουν πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Το κυνήγι της ευτυχίας, τουλάχιστον της ευτυχίας που παρουσιάζει το Χόλυγουντ, είναι σαν τον τροχό των χάμστερ. Ελπίζουμε πως αν υποβάλουμε τους εαυτούς μας σε αρκετές δοκιμασίες, θα έρθει ο πολυπόθητος τερματισμός και θα είμαστε επιτέλους η ευτυχισμένη εκδοχή μας. Κάπως έτσι είναι και η ζωή του Llewyn Davis. Ένας συνεχόμενος φαύλος κύκλος όπου ελπίζει σε κάτι καλύτερο και η ζωή του αποδεικνύει πως δεν είναι για αυτόν. Ας μην μακρηγορήσω άλλο και ας μιλήσουμε για μια μαύρη κωμωδία που πήρε πολύ πατριωτικά τον τίτλο της.

Στα «ενδότερα» του Llewyn

Η ταινία μας ξεκινά με τον Oscar Isaac να τραγουδά το Fare thee well και πέραν του προφανούς ταλέντου του, συνειδητοποιούμε πως παίζει στο περίφημο Gaslight Cafe. Βρισκόμαστε στο μεταίχμιο των αλλαγών στη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης, το σωτήριο έτος 1961. Ο πρωταγωνιστής μας Llewyn Davis είναι ένας επίδοξος φολκ μουσικός που στηρίζει την ύπαρξή του στην βοήθεια γνωστών και φίλων. Στο παρ’ ολίγον δίωρο που ακολουθεί παρακολουθούμε μια εβδομάδα γεμάτη εμπόδια όπου κάποια μπορούμε να τα αποκαλέσουμε ατυχία και κάποια κάρμα. Στο μικρό οδοιπορικό που ξετυλίγεται μπροστά μας έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε σαν μποέμ άτυχοι μουσικοί και να αναρωτηθούμε για την αξία της επιμονής σε ένα κόσμο που το ταλέντο επισκιάζεται από το χρήμα.

Llewyn Davis
Πηγή εικόνας: cutprintfilm.com

Γνωρίζοντας λιγομίλητους μουσικούς, σκληρούς ιδιοκτήτες και διασχίζοντας ολόκληρη την Νέα Υόρκη με μια κιθάρα στον ώμο, παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή μας να προσπαθεί να κατανοήσει τόσο το χάος εντός του, μα και γύρω του. Σημαντικό ρόλο θα παίξει ένα ταξίδι στο Σικάγο όπου ο ίδιος ο Llewyn θα αναθεωρήσει για πολλά μα και θα βυθιστεί σε ένα παρελθόν από το οποίο παλεύει να ξεφύγει.

Ένας σύγχρονος Οδυσσέας

Ο Llewyn θα χαρακτηριζόταν ως η επιτομή του can’t catch a break. Ένα άτομο χωρίς κάποια μονιμότητα ή προοπτική εξέλιξης, περιπλανιέται στο χειμωνιάτικο Greenwich Village, παλεύοντας να επιβιώσει, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Πέφτοντας από τη μια κακή επιλογή στην άλλη, παλεύει να πείσει, ακόμα και τον εαυτό του, πως το ταλέντο του είναι αρκετό για να διατηρήσει το όνειρό του ζωντανό. Μέσα από αυτόν τον ομηρικά βασανισμένο χαρακτήρα, οι αδερφοί Κοέν απονείμουν ένα φόρο τιμής σε όλους τους μουσικούς που δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ. Για κάθε Bob Dylan που ανέρχεται στην μουσική βιομηχανία, υπάρχουν 10 Llewyn Davis να ζουν με το βάρος της απόρριψης. Κάπως έπρεπε να μικρύνει το χάσμα μεταξύ τους και οι Κοέν το πέτυχαν.

Llewyn Davis
Πηγή εικόνας: thebigbrownchair.org

Από πολύ νωρίς ο θεατής συμφιλιώνεται με την ιδέα της αποτυχίας και της συνεχούς απόρριψης. (Όσο φυσικά μπορεί να συμφιλιωθεί κανείς με αυτά). Βασιζόμενοι σε αυτό, οι αδερφοί Κοέν δημιουργούν μια ρεπλίκα μιας εποχής όπου πληρώνεις το τίμημα της πρωτοτυπίας σου. Δεν παραμυθιάζουν, ούτε προσπαθούν να συγκαλύψουν την ασχήμια μιας ζωής όπου η επιτυχία των ατόμων παίζεται κορώνα γράμματα. Είναι ένα φιλμ που δεν ενδιαφέρεται για το κλασσικό μελόδραμα ενός ανερχόμενου σταρ. Μα εστιάζει στην ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες καλλιτέχνες.

Coenism 101

Όσοι έχετε κάποια σχέση με τις ταινίες των εν λόγω κυρίων θα παρατηρήσετε ένα μοτίβο. Αρέσκονται στο σουρεάλ που μπορεί να κρύβει μια απλή καθημερινή ενέργεια. Όπως το να κάνεις ένα ταξίδι ή μια συζήτηση με φίλους. Έχουν μια προτίμηση για τις συζητήσεις χωρίς νόημα και τα εξαίσια πλάνα μιας τετριμμένης ασχολίας. Μα αν δεν αγαπά κανείς τους αδερφούς Κοέν για τα κινηματογραφικά «αδιέξοδα» και τα κυκλοθυμικά φετίχ τους, γιατί να τους αγαπά; Μάστορες στο χειρισμό του συναισθηματικού κόσμου του θεατή, δημιουργούν το τέλειο υπόβαθρο για την ανάπτυξη μιας ιστορίας που δεν συγκινεί με τον συνηθισμένο τρόπο.

Στην ταινία μας παρατηρούμε πως το συνεχές couch-surfing και μια γάτα που έχει τάσεις φυγής είναι το κέντρο βάρους ενός ατόμου χωρίς κέντρο βάρους. Παρότι ασύνδετα και κωμικοτραγικά αλληλοεξαρτώμενα, συνυπάρχουν στο επταήμερο που ακολουθεί. Ο ίδιος ο Llewyn φυσικά αγνοεί αυτή την σύνδεση διότι είναι πολύ απασχολημένος με το χάος που αποκαλεί ζωή. Παρότι μπλέκει σε καταστάσεις που δεν είχε καμία σχέση να μπλεχτεί εξαρχής και ζώντας μια μικρή «Οδύσσεια», θα έλεγε κανείς, χαρακτηρίζεται από μια ρομαντική επιμονή. Παλεύει για αυτό που αγαπά ακόμα και όταν αρνούνται οι συνθήκες να συνεργαστούν (γιατί πότε κάτι πήγε καλά για να πάει και τώρα;) μα και όταν σκέφτεται μια πιο προσιτή λύση μέχρι και αυτό φαντάζει ακατόρθωτο.

Πηγή εικόνας: rollingstone.com

Η ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ίσως και να μην είναι τυχαία

Σημαντικό στοιχείο, που παρέλειψα κυρίως λόγω της δικής μου απιστίας, είναι πως οι αδερφοί Κοέν εμπνέονται από πραγματικά πρόσωπα στις περισσότερες ταινίες τους ακόμα και αν δεν το παραδέχονται τόσο απροκάλυπτα. Στη προκειμένη περίπτωση, η ταινία είναι μια πολύ γενικευμένη βιογραφία της καριέρας του Dave Van Ronk. Πράγματι οι δύο χαρακτήρες έχουν κάποια κοινά γνωρίσματα, όμως, δεν μπορώ να πω πως είναι αρκετό για να τους συνδέσουν. Ο Van Ronk, παρότι δεν είχε ποτέ την αναγνώριση που του άξιζε, ήταν σε πολύ καλύτερη μοίρα από τους Llewyn Davis του κόσμου. Έγινε αυτό που πάλευαν πολλοί και μονάχα για αυτό αρνούμαι οποιαδήποτε ομοιότητα μαζί του. Αν όμως τον θεωρήσουμε έμπνευση πίσω από το υπέροχο soundtrack τότε ναι, θα συμφωνήσω!

Llewyn Davis
Πηγή εικόνας: thedailybeast.com

Η άψογη μουσική επένδυση που χαρακτηρίζει τις ταινίες των αδερφών Κοέν είναι ίσως από τα πράγματα που προσέχει κανείς σχεδόν τη στιγμή που ξεκινά να παρακολουθεί. Το Inside Llewyn Davis αποτελεί για εμένα μια αποκάλυψη. Καθώς όλοι οι ηθοποιοί τραγουδούν ζωντανά και με βάση τα δικά τους ταλέντα. Το κάθε κομμάτι είναι σαν μια ωδή σε μια Νέα Υόρκη που θα γίνει καταφύγιο της διαφορετικότητας και του φολκ στοιχείου και έτσι οι μελωδίες αυτές έμειναν χαραγμένες στη ψυχή μου. Αγάπησα το πόσο ταιριάζει το Fare thee well στις μετακινήσεις με το μετρό, ακόμα και αν δεν μπορώ να το βιώσω άμεσα (καταραμένη καραντίνα). Ερωτεύτηκα το 500 miles και ας μην μπορώ να νιώσω τόση εξαθλίωση όση ο μουσικός στους στίχους. Γέλασα με τη σουρεάλ ηχογράφηση του Please Mr. Kennedy διότι τίποτα δεν θα ταίριαζε καλύτερα σε μια Κοενική ιστορία όσο ο Adam Driver που παριστάνει τον καουμπόι.

And on the seventh day…

Έπειτα από ταξίδια, καυγάδες, αποτυχίες και μια γροθιά πολύ γνώριμη για να περάσει απαρατήρητη, αναρωτιέται κανείς. Τι πραγματικά άλλαξε για τον Llewyn; Πως μπορεί να δεχτεί κανείς πως η ανακυκλωμένη του πραγματικότητα είναι και το ανώτερο στάδιο εξέλιξής του; Σε ένα πολύ γνώριμο και συνάμα υπερβολικά χαοτικό ταξίδι, ο Llewyn και μαζί του και εμείς αποκτούμε μια καλύτερη αίσθηση του τι εστί δεινοπαθών μουσικός. Το αν θα θέλαμε να το βιώσουμε είναι μια άλλη συζήτηση.

Σε ένα κόσμο που η εμπορικότητα υπερτερεί των φρέσκων ιδεών και όπου οι γάτες το σκάνε για να κερδίσουν επάξια το όνομα Οδυσσέας, οι Κοέν σκιαγράφησαν μια εποχή που παρότι φαντάζει ξένη αποτελεί τροφή για σκέψη. Μέσα στην καταχνιά και τη μελαγχολία μιας αφιλόξενης Νέας Υόρκης και με την μελωδική φωνή του Isaac, μεταφερόμαστε σε μια πραγματικότητα που δεν έχει το σύνηθες happy end, μα έχει μια γλυκόπικρη γεύση.

Πηγή εικόνας: timeout.com

Παρόμοια άρθρα:

Ακολουθήστε τις σελίδες μας σε Facebook, Instagram και Spotify για περισσότερη έμπνευση.

Giving Sight by Beasty Press // Giving Sight The Project

1

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.