Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Ο ανεπιθύμητος νεκρός» από τις εκδόσεις Διόπτρα ο Γιώργος Πράτανος δέχθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας. Πρόκειται για ένα βιβλίο που σκιαγραφεί με αριστουργηματικό τρόπο τις ημέρες που ακολούθησαν από τον θάνατο του σπουδαίου λογοτέχνη Νίκου Καζαντζάκη και γενικότερα το κλίμα της εποχής εκείνης.

Στο έργο σας καταπιάνεστε με κάποιες πτυχές της ζωής του Νίκου Καζαντζάκη. Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών;

Ένιωθα πως ήταν καθήκον μου προς τον Νίκο Καζαντζάκη, τον εαυτό μου και τον ελληνικό λαό να φέρω στο φως αυτήν την ιστορία που σκούριαζε στο μισοσκόταδο για δεκαετίες. Τα όσα συνέβησαν στις 10 ήμερες κατά τις οποίες ο Κρητικός διανοητής παρέμεινε άταφος είναι μια ιστορία ντροπιαστική, άρα και διδακτική. Είναι χρέος μας να μαθαίνουμε από τα λάθη του παρελθόντος, μόνο έτσι εξασφαλίζουμε ένα πιο ελκυστικό μέλλον.

Θεωρώ πως αυτό είναι ένα δομικό πρόβλημα της παιδείας στη χώρα μας. Θα πρέπει να μαθαίνουμε και τις ζοφερές πτυχές της ιστορίας μας, ειδικά στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου. Η μελέτη τέτοιων γεγονότων θα μας κάνει σοφότερους.

Πως προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου;

Ο τίτλος φανερώνει μια ασυνήθιστη ιδιότητα για έναν νεκρό. Οι νεκροί, μέχρι να ταφούν, είναι περίπου πρόσωπα ιερά. Ακόμη και οι εχθροπραξίες σταματούσαν ήδη από την αρχαιότητα για να γίνει η περισυλλογή και η ταφή των νεκρών. Ένας νεκρός πολύ σπάνια χαρακτηρίζεται ανεπιθύμητος. Ακόμη και νεκρός ο Καζαντζάκης, όμως, εκνεύριζε το Ελληνικό Κράτος, το παρακράτος και την Εκκλησία. Από αυτό φαίνεται η ποιότητα και το μέγεθος κάποιων ανθρώπων που βρέθηκαν στην εξουσία και τις παρυφές της.

Από που αντλήσατε το υλικό για να συνθέσετε το έργο σας. Υπάρχουν σημεία που επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε μυθοπλαστικά στοιχεία;

Προσπάθησα να εντοπίσω και να μιλήσω με αυτόπτες μάρτυρες. Η κύρια μαρτυρία ήταν από τον ιερέα που έθαψε τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Σταύρο Καρπαθιωτάκη, που έφυγε από τη ζωή τον Αύγουστο του 2018. Ανέτρεξα επίσης στις εφημερίδες της εποχής και σε μεταγενέστερα αφιερώματα, εκεί όπου κανείς μιλάει πιο εύκολα λόγω της χρονικής απόστασης από τα γεγονότα.

Τα μυθοπλαστικά στοιχεία έχουν να κάνουν με τους διαλόγους στον ενεστώτα χρόνο. Όσα θυμάται η Ελένη Καζαντζάκη από την κοινή ζωή με τον Νίκο είναι καταγεγραμμένα. Τα γεγονότα είναι όλα πραγματικά και ένα ωραίο παιχνίδι πλέον που κάνουμε με τους αναγνώστες του βιβλίου είναι όταν μου μιλάνε για γεγονότα που θεωρούν προϊόν μυθοπλασίας και τους προκαλώ να κάνουν ένα απλό google search. Εκεί δυστυχώς φαίνεται πως οι Έλληνες ξεπερνάμε πολλές φορές όχι μόνο τον καλό μας εαυτό, αλλά και τον κακό. (Δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά, φυσικά!)

Η Ελένη Καζαντζάκη και ο Φρέντυ Γερμανός αποτελούν τους δύο άξονες της πλοκής του μυθιστορήματος. Για ποιον λόγο επιλέξατε αυτές τις προσωπικότητες;

Είναι ένα βιβλίο για τον Νίκο Καζαντζάκη ή για την Ελένη; Ή για τον αγώνα του νεαρού Φρέντυ Γερμανού να καθιερωθεί; Όταν συζητώ με γυναίκες μου λένε πως θεωρούν ότι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι η Ελένη. Οι πιο νέοι μου μιλάνε για τον Γερμανό. Οι άντρες μου μιλούν για τον Καζαντζάκη. Και εγώ χαμογελάω γιατί αυτό ήθελα να πετύχω: Το μυθιστόρημα αυτό να αφορά τους πάντες και να μπορούν να ταυτιστούν με ένα πρόσωπο.

Η Ελένη είναι η τραγική φιγούρα της ιστορίας. Η γυναίκα/σύντροφος/ακτιβίστρια/συνεργάτιδα που χάνει τον άνθρωπο με τον οποίο συνέδεσε όλη της την ενήλικη ζωή. Θα πρέπει να θάψει τον σύζυγό της και να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του, σε ένα ταξίδι στο άγνωστο. Όλη αυτή η διαδικασία του μακρόσυρτου αποχαιρετισμού με ιντρίγκαρε. Είναι μια φοβία που θεωρώ πως έχουμε όλοι οι άνθρωποι ενδόμυχα, ο οριστικός αποχαιρετισμός ενός αγαπημένου μας προσώπου. Και το τέλος του βιβλίου είναι τόσο αισιόδοξο που λύτρωσε κι εμένα γράφοντάς το.

Ο Φρέντυ προέκυψε στην πορεία της συγγραφής. Μέσω της Ελένης μπορούσα να διηγηθώ τα πάντα γύρω από τον Καζαντζάκη. Αλλά έπρεπε να βρω έναν ήρωα που μέσα από τα μάτια του θα παρουσιαζόταν η Αθήνα του 1957 και το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Δεν θα ήθελα να τοποθετήσω ένα φανταστικό πρόσωπο, γιατί θα μου αποδυνάμωνε την αξία της συνολικής έρευνας που είχα κάνει. Οπότε, μετά από μια εβδομάδα αποχής καθώς έψαχνα το εύρημα, έφαγα τη φλασιά με τον Φρέντυ Γερμανό. Πανηγύρισα από τη χαρά μου, γιατί μου φαινόταν υπέροχο που θα έσμιγα στο πρώτο μου μυθιστόρημα δύο πρόσωπα που αγαπώ πολύ και έχω εμπνευστεί από εκείνους. Ήπια μια βότκα και από την επομένη, έπεσα με τα μούτρα στη συγγραφή.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε ένα έργο του Νίκου Καζαντζάκη, ποιο θα ήταν;

Αυτήν την εποχή νιώθω πιο κοντά στον Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. Αν έπρεπε να επιλέξω κάποιο για να διαβάσω ξανά θα ήταν αυτό. Μάλλον γιατί βρίσκομαι σε ένα σταυροδρόμι της ζωής μου και θα πρέπει να αποφασίσω τι είναι εκείνο που με ιντριγκάρει πιο πολύ. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα που θα με κάνει να ξεφεύγω από την πεζή καθημερινότητα.

Έχετε σκεφτεί την πιθανότητα να μεταφερθεί το βιβλίο σας στο θεατρικό σανίδι;

Ναι, φυσικά. Είμαστε σε συζητήσεις και εγώ έχω προσαρμόσει ήδη το μισό υλικό. Μακάρι να ευοδωθεί η προσπάθεια.

Ποια είναι τα τραγούδια που επιλέγατε -αν γράφατε συνοδεία μουσικής τον Ανεπιθύμητο Νεκρό;

Ναι, άκουγα μουσική, που ήταν προσαρμοσμένη, βέβαια, σε κάθε κεφάλαιο. Συνήθως, τα κομμάτια της Ελένης μονοπωλούσε ο Leonard Cohen. Ειδικά στο κεφάλαιο που περνά το τελευταίο βράδυ «μαζί» του, στην εκκλησία του Αγίου Μηνά, είχα στο repeat το Famous Blue Raincoat. Στα κομμάτια του Φρέντυ μου είχε κολλήσει για ένα παράξενο λόγο το soundtrack του Grand Budapest Hotel, του Alexandre Desplat.

Κλείνοντας και αφού σας ευχαριστήσω πολύ για την τιμή που μου κάνατε παραχωρώντας μου αυτή την συνέντευξη, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια είναι τα μελλοντικά συγγραφικά σας σχέδια;

Λογικά θα αφορά και πάλι μια ιστορία κρυμμένη σε κάποιο χρονοντούλαπο. Δεν την έχω βρει, δυστυχώς, γιατί δεν νιώθω την κοιλιά μου να κοχλάζει από την επιθυμία να την γράψει.

Σας ευχαριστώ θερμά για την τιμή.

 

Γιώργος Πράτανος

Ο Γιώργος Πράτανος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Το 2002 ξεκινά από σύμπτωση τη δημοσιογραφική του καριέρα και ανακαλύπτει πως είναι το επάγγελμα που θα τον φέρει απέναντι σε ήρωες παντός τύπου και εκείνος θα διηγείται την ιστορία τους. Το 2005 μετακομίζει στην Αθήνα. Έχει εργαστεί στο About Thessaloniki, το Μακεδονία TV, το Alter, το Down Town, το Nitro, το Vice, το People… Σε ένα από τα ρεπορτάζ του γνώρισε την οικογένεια του Πάτροκλου Σταύρου, θετού γιου της Ελένης Καζαντζάκη, που αποτέλεσε και το ερέθισμα για να ερευνήσει πτυχές της ζωής και του έργου του πιο σπουδαίου Έλληνα στοχαστή της νεότερης Ελλάδας.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.