Tι γίνεται όταν οι εμπειρίες ζωής, δε μπορούν να σβηστούν όσο επώδυνες ή ανώδυνες κι αν είναι; Τι συμβαίνει όταν τα γεγονότα του παρελθόντος, στοιχειώνουν τη μετέπειτα πορεία του ατόμου; Πως είναι πραγματικά να επιβιώνει κάποιος, μέσα σε μια Ελλάδα δίχως ειρήνη για πολλά χρόνια, σε μια σκορπισμένη οικογένεια; Φορτίο βαρύ που μέχρι το τέλος του ο Κώστας Ταχτσής δεν άντεξε και διαπραγματεύτηκε όλα τα παραπάνω στο ημιβιογραφικό «Το Τρίτο Στεφάνι».

Δύο οι αφηγήτριες, δύο παράλληλοι βίοι. Η μία, αυτή της Νίνας, της ιδιότροπης γυναίκας που με μεγάλη ευκολία έμαθε να ξεχωρίζει τα στραβά των γύρω της και φτάνει στο σημείο να μισεί το μαναχοπαίδι της. Αυτή που πρόκειται να βάλει το τρίτο στεφάνι, όχι όμως από έρωτα, μα μονάχα για το συμφέρον και τη λαχτάρα της για ζωή. Απ΄την άλλη, η κυρία Εκάβη, μια ηλικιωμένη πλέον που η μοίρα καθόλου ευνοϊκή δε στάθηκε κοντά της, είναι ίσως η μοναδική φίλη καρδιάς της Νίνας. Τα χαστούκια της ζωής της, ουκ ολίγα, την οδήγησαν σιγά σιγά στη τρέλα και τη παράνοια. Η σκληρότητα και η τραχιά όψη των συμβάντων που τις καθόρισαν, ένωσε τις δύο αυτές γυναίκες, με μεγάλη αγάπη και σεβασμό, μιας και στο τέλος οι δύο οικογένειες έγιναν μία.

Ο Ταχτσής, σφράγισε το μυθιστόρημα ως μια μικρή αυτοβιογραφία με μυθοπλαστικά στοιχεία και αυτό όχι επειδή φοβήθηκε την ειλικρίνια, μα επειδή πάντα αρεσκόταν να στολίζει με φαντασία, κομμάτια των σκοτεινών βιωμάτων του. Σκιαγραφόντας τον συγγραφέα, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπως ακριβώς και ο Άκης του βιβλίου, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα, με την ημίτρελη «Γιαγιά Εκάβη», ενώ το πραγματικό της όνομα ήταν Πολυξένη. «Η ερωτική μου ανορθοδοξία ήταν αποτέλεσμα παραμόρφωσης και όχι προδιάθεσης» δήλωσε σε συνέντευξη του κατηγορώντας εμμέσως πλην σαφώς τη γιαγιά Πολυξένη, η οποία δεν έχανε ευκαιρία να τον ντύνει με κοριτσίστικα ρούχα από μικρό παιδί. Το «Τρίτο Στεφάνι», γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50, τότε που η Ελλάδα ακόμη βρισκόταν σε αναβρασμό, ενώ ο συγγραφέας περιπλανιόταν εκτός της χώρας. Το συγκεκριμένο έργο του, υπήρξε σημείο αναφοράς για τη προσωπογραφία του. Με έναν εντελώς δικό του τρόπο, κατάφερε να ενσωματώσει προβλήματα γεμάτα ταμπού στην μικροαστική τάξη και θέματα που αυτή αντιμετώπιζε σε μεγάλες ιστορικές στιγμές των Ελλήνων. Μια φωτοειδησεογραφία, που καυτηρίασε την απιστία, το φθόνο, την ομοφυλοφιλία, τα πάθη και γενικότερα τις παρενέργειες μιας καταπιεστικής κατάστασης που διψούσε για επανάσταση. Μια διήγηση, που ξεχείλισε από λαογραφικά και πολιτιστικά φαινόμενα, ριζωμένη βαθιά στις αμυχές του ταλαίπωρου κόσμου και όλα αυτά, χάρη στη προφορικότητα του λόγου και των αφιλτράριστων χαρακτήρων, που δίχως άλλο έζησαν στα άκρα. Τα άκρα αυτά, όπως ο συγγραφέας σμίλευσε και αφομοίωσε σ΄ένα πιο σύγχρονο παρόν, στο δικό του παρόν και μέλλον.

Για πολλούς το «Τρίτο Στεφάνι» θεωρήθηκε μια σειρά σημειώσεων, στιγματισμένη από μηδενικό υπόβαθρο. Από άλλους, πιο συντηρητικούς, ειδικά όταν επανεκδόθηκε, χαρακτηρίστηκε ως ένα «…αισχρό πορνογράφημα, γεμάτο σεξουαλικές σκηνές». Ερχόμενοι στο σήμερα, ο χρόνος έδειξε κάτι διαφορετικό. Οι λάτρεις της λαογραφίας, της γραπτής τέχνης αλλά και του θεάτρου, εκτίμησαν τη κίνηση και την εργασία χρόνων που κατέβαλε ο Κώστας Ταχτσής, σε μια Ελλάδα ανέτοιμη τότε για ένα έργο τόσο βαθυστόχαστο και ρεαλιστικό.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.