Ήταν απόγευμα μιας Δευτέρας και ένοιωθα την πόλη βαριά μαζί  με την καρδιά μου. Στάθηκα μπροστά στο παράθυρο και στον μακρινό ορίζοντα ο ήλιος έδυε. Τα χρώματα στον ουρανό ήταν θολά με μια θλίψη και η ατμόσφαιρα αποπνικτική και η εσωτερική μου αισιοδοξία να θέλει να πάει κόντρα σε ό,τι η ψυχή ένιωθε.

Έτσι άρπαξα την φωτογραφική μου και ξεχύθηκα στα δρομάκια της γειτονιάς μου χωρίς να ξέρω τι θέλω να αποτυπώσω. Το μόνο που ήξερα ήταν πώς ήθελα να εκφραστώ. Στη βόλτα μου παρατηρούσα τα κτήρια. Τα περισσότερα πολυκατοικίες, η μια δίπλα στην άλλη. Απρόσωπα και στωικά στέκονται τα κτήρια σε αυτή την πόλη. Όχι όμως όλα.

Στο διάβα μου είδα κάποια σπίτια εγκαταλελειμμένα, παλιά, χωρίς ίχνος ζωής πάνω τους, που μικρά δρομάκια σε οδηγούσαν στην βαριά και επιβλητική πόρτα τους.  Άραγε ποιοι και πότε φιλοξενήθηκαν σε αυτά τα σπίτια; πώς να ήταν η γειτονιά τους τότε; Ήταν ευτυχισμένοι; Χαμογελούσαν; Είχαν ποτέ τους αγαπήσει ή ερωτευτεί; Τι φοβόντουσαν και τι άραγε να είχαν χάσει όσοι βρέθηκαν και πέρασαν από αυτά τα σπίτια; Και γιατί να καταλήξουν κλειστά και έτοιμα να γκρεμιστούν; Έτσι λέτε να γκρεμίστηκαν και οι ζωές όσων έζησαν εδώ ή μήπως η μοίρα τους διαγράφηκε λαμπρή πίσω από αυτούς τους άλλοτε ακμαίους τοίχους; Όπως είναι λογικό ποτέ απάντηση δεν πήρα αν και θα το ήθελα πολύ. Το φως του ήλιου λιγόστευε και εγώ ένοιωθα καλύτερα γιατί άφησα το μυαλό μου να γεννήσει ερωτήσεις και την καρδία μου να νιώσει καλά εκεί, παρά τα ερείπια. Οι αντιφάσεις ποτέ δεν σταματούν να καμώνουν και να καμώνονται σε αυτή την πόλη. Έτσι τελείωσε εκείνη η Δευτέρα, με σκέψεις για το πολύ μακρινό παρελθόν που όμως  βρίσκεται πολύ κοντά μου και κάποιες φωτογραφίες που κατέληξα να τραβάω και σαν εναποθέτω..

4

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.