Μυστήριο, σασπένς, ψυχώσεις, φοβίες, ζάλη, εμμονές, τύψεις, ανατροπές, πλάνη, βαθύτατος ερωτισμός στο αριστούργημα του ‘Αλφρεντ Χίτσκοκ -Vertigο.

Ένας πρώην αστυνομικός, ο Σκοτ Φέργκιουσον που πάσχει από υψοφοβία αποφασίζει να αναλάβει μία υπόθεση για χάρη ενός παλιού φίλου του. Η υπόθεση περιλαμβάνει την παρακολούθηση της γυναίκας του Μαντλίν, η οποία εκδηλώνει τάσεις αυτοκτονίας. Όσο την παρακολουθεί τόσο την ερωτεύεται. Όταν τελικά αυτή αυτοκτονεί, αν και ψυχικά καταρρακωμένος, ο Σκοτ γνωρίζει την Τζούντι μια γυναίκα ολόιδια με τον πρώην ερωτά του…

Είναι ένα συναρπαστικό ψυχολογικό θρίλερ. Ένα μείγμα σασπένς, μυστηρίου, ενός ερωτικού και απαισιόδοξου μελοδράματος όπου στο βάθος επεκτείνεται σε ψυχολογικό υπόβαθρο με ιδιαίτερη έμφαση στις εμμονές, τις ψυχώσεις, την ανθρώπινη τρέλα, ιδωμένη μέσα από ένα αλληγορικό και συμβολικό πρίσμα.

Μια ταινία που πρόσφατα ψηφίστηκε ως η καλύτερη όλων των εποχών από το Βρετανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο και το περιοδικό <<Sight and Sound>>, εκθρονίζοντας τον <<Πολίτη Κέιν>> από την κυρίαρχη θέση. Αυτό οφείλεται αρχικά στη μελέτη των ανθρωπίνων συγκινήσεων. Είναι η μοναδική ταινία στην οποία ο Χίτσκοκ εμβαθύνει με ένα ανεπανάληπτο τρόπο στις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων. Αισθήματα απαισιόδοξα, σκοτεινά. Ψυχώσεις, ενοχές, τύψεις, φόβος, διαταραγμένες σκέψεις που καθιστούν τους ήρωες ηθικά και ψυχικά αδύναμους. Ο πρωταγωνιστής, Τζέιμς Στιούαρτ, δεν παραπέμπει  στον επικό και γενναίο ήρωα, αλλά σε μια  φιγούρα αδύναμης προσωπικότητας που ζει μέσα από τις φαντασιώσεις του. Αυτός ο έντονος αντί-ηρωισμός δίνει μια νότα νέο-νουάρ στην ταινία μας.

Είναι μια προσωπική ταινία για τον Χίτσκοκ, στην οποία καταθέτει την υποκειμενική του άποψη για τον κόσμο και τον κινηματογράφο. Πολλά έχουν ειπωθεί  από τους ειδήμονες για την ομοιότητα μεταξύ της συμπεριφοράς του Τζέιμς Στιούαρτ και του ίδιου του σκηνοθέτη. Οι επίμονες, μανιώδεις και έμμονες απόπειρες του να καταστήσει την Τζούντι όμοια με την Μαντλίν ταιριάζουν με τους  δικούς έμμονους τρόπους να δημιουργήσει τις γυναίκες πρωταγωνίστριες κατά τα πρότυπά του. Η τέλεια, ιδανική του γυναίκα είναι μία ξανθιά, παγερή και απόμακρή κρυσταλλένια οντότητα όπου βαθιά μέσα της κρύβει μία απεριόριστη φλόγα αισθημάτων. Ανάλογη εμμονή έδειξε και με την αλλαγή της  εμφάνισης της Κιμ Νόβακ από ένα sex symbol σε μία αυστηρή και μυστήρια γυναίκα, καθώς οι χυμώδεις δεν αρμόζουν στις επιδιώξεις του. Παρόλα αυτά όμως η Νόβακ έδωσε μια ιδιαίτερη αίσθηση, μυστηρίου και αισθησιακού ερωτισμού.

Ενδιαφέρον παρατηρείται στον επίμονο τρόπο με τον οποίο Στιούαρτ προσπαθεί να αναστήσει στο πρόσωπο της Τζούντι την νεκρή Μαντλίν. Τη αναγκάζει να ντυθεί όπως επιθυμεί αυτός, να βάψει τα μαλλιά και να έχει το ίδιο χτένισμα με αυτήν. Μοιάζει σαν να θέλει να επαναφέρει στην ζωή μια νεκρή, να κάνει έρωτα μαζί της. Επιδεικνύει ένα φετιχισμό, έναν μισογυνισμό εξαιτίας της έντονης επιβολής, μια νεκροφιλία, στοιχεία που επανέρχονται συνεχώς και παραπέμπουν αλληγορικά στον ίδιο το σκηνοθέτη.

Όμως, ο Χίτσκοκ δεν μένει μόνο εκεί. Εκτός από το να αναδεικνύει τα θέματά του συμβολικά, παίζει με τα ίδια τα κινηματογραφικά μέσα, τους πρωταγωνιστές αλλά και τους θεατές με σκοπό να μας οδηγήσει σε μια πλάνη. Είναι σαν να μας ξεγελάει και αυτό θα το αντληθούμε σχετικά αργά στην ταινία. Η πλάνη εξηγείται από το γεγονός ότι επιλέγει να αναδείξει την ιστορία από την οπτική γωνία του πρωταγωνιστή. Βλέπουμε ότι βλέπει αυτός, αντιλαμβανόμαστε ότι αντιλαμβάνεται αυτός, την προσωπική του αλήθεια και όχι το πραγματικό και καθολικό. Έτσι μένουμε αιχμάλωτοι σε έναν μονοδιάστατο και κλειστοφοβικό κόσμο. Στην ταινία, η Μαντλίν ξεγελά τον Στιούαρτ και τους θεατές αλλά ο πραγματικός υπεύθυνος για όλα είναι ο Χίτσκοκ, ο οποίος επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία με ένα πρωτότυπο τρόπο, χρησιμοποιώντας τα ίδια τα μέσα για να δημιουργήσει ένα αυτοαναφορικό έργο τέχνης.

Όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία έρχονται να εναρμονιστούν με την ιδιαίτερη αισθητική οπτική, η οποία αναδεικνύει κάθε φορά την θεματική της: η χρήση <<dolly zoom>> στο κλιμακοστάσιο, οι γυριστές σκάλες του κλιμακοστασίου, οι  λοξοί δρόμοι του Σαν Φρανσίσκο, η κοτσίδα της Μαντλίν που μοιάζει σαν στρόβιλος κτλ., αντανακλούν τα μπερδεμένα αισθήματα του κεντρικού ήρωα, της ζάλης του, του ιλίγγου του, που αποτυπώνονται με τις γνωστές μας, καμπυλωτές γραμμές που στροβιλίζονται στο απέραντο κενό. Το Σαν Φρανσίσκο είναι και αυτό με την σειρά του ένα σύμβολο απαισιοδοξίας, μυστηρίου, μια παλιά δοξασμένη πόλη του Χόλιγουντ. Παράλληλα, εφέ όπως το φόντο ομίχλης συνδυαζόμενο με τη  φωτεινότητα του ήλιου στην σκηνή του νεκροταφείου, προσδίδει μία μυστικιστική διάθεση. Το πράσινο νέον που φωτίζει το δωμάτιο της Τζούντι, όταν αυτή μεταμορφώνεται σε Μαντλίν, δίνει την αίσθηση ότι επέστρεψε από την χώρα των νεκρών. Εξαιρετική και εξόχως σουρεαλιστική φαντάζει η σκηνή ονείρου του Τζέιμς Στιούαρτ, γεμάτη από ενοχές και τύψεις. Τέλος, έχουμε τη μαγευτική μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν που μας αιχμαλωτίζει.

Πολλά είναι αυτά που μπορούν να ειπωθούν για την ταινία. Τόσα πολλά που φαντάζει αδύνατον να σταματήσουμε. Αυτό όμως που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθήσουμε  την ταινία και να αφήσουμε τις εικόνες να μιλήσουν από μόνες. Άλλωστε αυτό θα επιθυμούσε και ο δημιουργός της.

 

Πηγή εικόνας: http://blog.livedoor.jp/etamura1961/archives/44420373.html.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.