Είναι αστείο, αλλά θεωρούμε τόσο δεδομένο αυτό που φοράμε. Μια μπλούζα, ένα φόρεμα ένα παλτό. Μπαίνουμε μέσα σε ένα μαγαζί, μας «πιάνει» κάτι το μάτι, το φοράμε να επιβεβαιωθούμε ότι μας «κάθεται» καλά επάνω μας, το πληρώνουμε και φεύγουμε. Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα. Μέχρι τον προηγούμενο όμως αιώνα, και μάλιστα στα τέλη του τα πράγματα ήταν αλλιώς. Τα ρούχα φτιαχνόντουσαν όλα στο χέρι, με εξαιρετική ακρίβεια, κόπο και χρόνο. Με μοναδικά υφάσματα τα οποία διάλεγε ο καθένας ανάλογα με το γούστο του και την τσέπη του. Το μόνο σίγουρο ήταν πως θα είχε το ρούχο που ήθελε στα μέτρα του και όπως εκείνος το επιθυμούσε χάρη στη μοδίστρα.

Αυτή η σταρ, μιας άλλης εποχής έχει πλέον αποσυρθεί και τη θέση της έχουν πάρει οι βιομηχανίες ενδυμάτων. Αξίζει όμως να αφιερώσουμε λίγο χρόνο στο να μάθουμε λίγα πράγματα περισσότερα. Ειδικότερα εμείς οι νέοι που δεν γνωρίζουμε πολλά για αυτό το επάγγελμα ήρθε η ώρα να ενημερώθούμε λίγο καλύτερα για το επάγγελμα της μοδίστρας, ένα επάγγλεμα που έχει χάσει πια την αίγλη του. Κάποτε όμως, οι μοδίστρες, ειδικά στα χωριά, είχαν άλλο κύρος, άλλη αίγλη και μεγάλο σεβασμό. Έντυναν ολόκληρες πόλεις και χωριά. Γιατί η μοδιστρική είναι από μόνη της μια επιστήμη, μια τέχνη, που κρύβει τα δικά της μυστικά και δυσκολίες.

Αποφασίσαμε λοιπόν να ρωτήσουμε την κυρία Σταυρούλα από τα Λεχαινά, πρώην μοδίστρα, να μας πει για τις δικές της εμπειρίες ως μοδίστρα. Της ζητήσαμε να μας μιλήσει για την εποχή που εκείνη χαρακτηρίζει ως ιδανική για να εξασκήσει κανείς αυτό το επάγγελμα. Ξεκινάει κάνοντας μας μια εισαγωγή και στη συνέχεια απαντάει στις απορίες μας. Ελπίζουμε να δώσουμε μια γενική αλλά κατατοπιστική εικόνα μέσα από τα λεγόμενα της κυρίας Σταυρούλας καθώς αποχαιρετούμε όλοι μαζί το χειροποίητο ρούχο και το επάγγελμα της μοδίστρας.

Ήμουν περίπου 14 χρονών όταν η μάνα μου με έστειλε για μοδίστρα. Πήγα λοιπόν μοδιστρική 3 χρόνια, ήρθα στην Αθήνα, έμαθα ψαλίδι και μετά από έξι μήνες έφυγα από την Αθήνα και επέστρεψα στα Λεχαινά όπου και άρχισα να εργάζομαι. Αφού εργαζόμουνα είχα πέντε έξι μαθήτριες. Ερχόμουνα κάθε εποχή τον Σεπτέμβρη και έπαιρνα από την Ερμού τα πατρόν, τότε ήταν πολύ σημαντικά τα πατρόν. Τώρα δεν υπάρχουν αυτά. Έπαιρνα, λοιπόν, πατρόν για παλτό, για μαντό, έπαιρνα και για ταγέρ και κατέβαινα πάλι στο χωριό για να εργαστώ. Αυτά τα πατρόν με βοήθησαν πάρα πολύ. Έτσι ανέβηκε και το όνομα μου. Όταν εργάστηκα εγώ η δουλειά αυτή βρισκόταν σε ακμή. Τώρα ξέρεις πως δουλεύουν οι μοδίστρες? Οι μοδίστρες δουλεύουν τώρα σαν  το «Χρυσό ψαλίδι»(μαγαζί στα Λεχαινά), τι θέλω να πω με αυτό, θα πας για να σου κάνουν ένα μπάσιμο, θα φτιάξεις μια φούστα. Αντίθετα τότε που δούλευα εγώ ήταν η πιο καλή εποχή για τη μοδίστρα, για τη κομμώτρια.

Σε ποια ηλικία περίπου ξεκινήσατε να πηγαίνετε στη σχολή μοδιστρικής στην Αθήνα;

Εγώ αρχικά πήγα όπως σου είπα 14 χρονών στη μοδίστρα. Για τρία χρόνια ουσιαστικά μαθήτευσα κοντά σε μια πολύ έμπειρη μοδίστρα, την κυρά Βασιλική, για την οποία όμως έβγαζα πολύ δουλειά. Δεν την πλήρωνα δηλαδή για τις γνώσεις που μου παρείχε άλλα ούτε και με πλήρωνε. Και οι δύο όμως κερδίζαμε. Μετά από αυτό απλά έκατσα έναν χρόνο σπίτι μου και «κουτσο-έραβα». Μετά με έστειλε ο πατέρας μου σε σχολή μοδιστρικής στην Αθήνα γιατί δεν είχαν και εκείνοι νωρίτερα τα λεφτά ήτανε άλλες οι τότε εποχές. Παράλληλα πήγαινα να μάθω ψαλίδι στην κυρία Ακριβοπούλου που βρισκόταν στην οδό Κουμουνδούρου τότε.

Γιατί πιστεύετε πως αυτό το επάγγελμα είχε τόσο πολύ αίγλη τότε σε σχέση με σήμερα;

Γιατί τώρα ο κόσμος έχει καταφύγει στα έτοιμα. Διότι έτοιμα βρίσκεις και φθηνά από 10 ευρώ μέχρι και 500-600 ευρώ. Τότε αυτό που είχε μεγάλη κατανάλωση ήταν τα υφάσματα, και κυκλοφορούσαν πολλά στο εμπόριο. Ο κόσμος λοιπόν προτιμούσε να αγοράζει το ύφασμα της αρεσκείας του και να το πηγαίνει στη μοδίστρα να του ράψει το ρούχο που επιθυμεί είτε είναι μαντό, παλτό ή ταγιέρ στα μέτρα που επιθυμεί.

Τότε τα μαγαζιά δεν πουλούσαν έτοιμα ρούχα; Τα έφτιαχναν όλα οι μοδίστρες;

Υπήρχαν. Αλλά όπως είναι τώρα όχι.

Ο κόσμος δηλαδή τότε έπαιρνε το ύφασμα και το πήγαινε στη μοδίστρα να του το φτιάξει όπως το θέλει.

Ακριβώς, όπως το θέλει. Τότε η Ερμού είχε άλλου είδους μαγαζιά. Είχε τα καλύτερα υφάσματα. Δυστυχώς δεν θυμάμαι συγκεκριμένες ονομασίες μαγαζιών.  Η Ερμού είχε τα καλύτερα μαγαζιά, τα οποία τώρα δεν υπάρχουν.

Πότε πιστεύετε περίπου άρχισε να φθίνει αυτό το επάγγελμα;

Τι να σου πω. Εγώ πάντως το επάγγελμα αυτό το δούλεψα σαράντα χρόνια! Και φυσικά στα Λεχαινά δεν υπήρχα μόνο εγώ ως μοδίστρα. Μετά ήρθαν και άλλες μοδίστρες. Εγώ ένιωσα πως το 2001-2002 ο κόσμος άρχισε να αγοράζει αποκλειστικά έτοιμα ρούχα. Τότε άρχισε πολύ το έτοιμο. Εγώ τότε ένιωσα ότι το έτοιμο ρούχο μπήκε για τα καλά στη ζωή των ανθρώπων, μπορεί να κάνω και λάθος.

Κάποτε η αδερφή μου είχε προσωπική μοδίστρα και όλα της τα ρούχα της τα έφτιαχνε εκείνη. Τώρα όμως ούτε εκείνη ράβει τα ρούχα της σε μοδίστρα σταδιακά προτίμησε το έτοιμο. Θα το δεί, θα το δοκιμάσει να δει αν της κάνει ή δεν της κάνει και θα το αγοράσει. Κατάλαβες;

Εσείς με ποια τακτική συμφωνείτε περισσότερο. Με αυτή που ακολουθούσε τότε ο κόσμος και έραβε τα ρούχα του σε μοδίστρες ή με την τακτική που ακολουθούν σήμερα με το να αγοράζουν έτοιμα ρούχα;

Σήμερα, το καλό με τα έτοιμα ρούχα είναι ότι δουλεύουν οι βιοτεχνίες και απασχολείται πολύς κόσμος. Στη βιοτεχνία άλλος θα φτιάξει τα μανίκια, άλλος θα φτιάξει το σκελετό, χωρίζονται αυτά πλέον. Μια συμμαθήτρια μου πήγε στη Γερμανία και έμαθε βιοτεχνικά . εκείνη δούλεψε στην Καλλιθέα σε βιοτεχνικό κατάστημα, υπήρχε δηλαδή εργοστάσιο και από εκεί έχει βγάλει σύνταξη.

Θέλετε να μας μιλήσετε για το πώς αποκτήσατε μαθήτριες και την εμπειρία σας με αυτές;

Αυτό ξεκίνησε ως εξής. Θυμάμαι ήρθε μια πελάτισα και της άρεσε το ταγιέρ που της έφτιαξα και γενικά ο ένας με τον άλλον μιλούσαν για τη δουλειά μου και είχα πλέον πολύ κόσμο. Ερχόταν λοιπόν η μία να φέρω το κορίτσι μου για μαθήτρια; Αρχικά είχα τρεις κοπέλες. Η μία ήταν από ένα άλλο χωριό, και η άλλη που την έλεγαν Κατερίνα από τα Λεχαινά, η οποία έμενε μέσα στο σπίτι μου γιατί ήταν φτωχή κοπέλα. Η μάνα της είχε έξι παιδιά. Τρία χρόνια έμενε σπίτι μου. Δούλεψε αργότερα αυτή κάπως αλλά δεν είχε τον κόσμο που είχα εγώ. Έβγαλε όμως σύνταξη από αυτή τη δουλειά.

Πάντως μην νομίζεις, το βελόνι είναι πολύ πιο δύσκολο από τη βιοτεχνία. Η βιοτεχνία είναι πιο εύκολη. Το βελόνι το δικό μας έχει λεπτομέρεια, είχε πολύ λεπτομέρεια. Γινόντουσαν όλα με το χέρι δεν βάζαμε τίποτα στη μηχανή να το κόβεις με το σαπούνι κλπ.

Οι ραπτομηχανές δεν ήταν τόσο εξελιγμένες τότε;

Όχι, όχι βιοτεχνικές μηχανές εγώ δεν είχα. Αλλά μετά από μια δεκαετία, μια εικοσαετία μετά από εμένα ο κόσμος εξελίχθηκε. Απέκτησαν σιγά σιγά βιοτεχνικές μηχανές. Και τώρα έχω μια ραπτομηχανή Singer, που μου κάνει μόνο καρικώματα, γαζώματα, τέτοια. Είναι η Τρίτη ραπτομηχανή που απέκτησα αυτή. Η πρώτη ήταν μόνο αργαλειός. Την τελευταία,  που την πήρα όσο ήμουν παντρεμένη, άμα ήθελα να τη γυρίσω και σε κέντημα, μπορούσα να τη γυρίσω αλλά εγώ κέντημα δεν είχα μάθει.

Εσείς δεν ράβατε μόνο για άτομα που ζούσαν στο χωριό που μένατε εσείς. Ράβατε και για άλλα χωριά;

Ναι, είχα και από άλλα χωριά. Από τα γύρω χωριά.

Δεν είχατε ανταγωνισμό μέσα στο χωριό. Δεν υπήρχαν άλλες μοδίστρες που να δουλεύουν παράλληλα με εσάς.

Είχα, πως δεν είχα! Άλλες τρείς-τέσσερεις. Αλλά ο κόσμος προτιμούσε εμένα.

Γιατί θεωρείται πως τα προτιμούσατε;

Σίγουρα και για τη δουλειά μου, αλλά και για το χαρακτήρα μου. Τους έκανα όλους να νιώθουν πολύ καλά, γινόμουνα φίλη με τις πελάτισσες μου. Και να ξέρεις ο χαρακτήρας είναι πολύ σημαντικό πράγμα, ειδικά όταν ζεις σε χωριό. Σε μια δουλειά δεν μετράει μόνο η δουλειά, μετράει και ο χαρακτήρας.

Με είχε ρωτήσει κάποιος, πως και σε χαιρετάνε όλοι στο δρόμο; Με εκτιμούσαν για την καλή δουλειά μου και για τον χαρακτήρα μου. Στις μαθήτριες μου εκτός από γνώσεις μοδιστρική τους έδινα και σειρά, τις ανέτρεφα ουσιαστικά, τους μάθαινα και τρόπους συμπεριφοράς. Κάτι που επίσης εκτιμήθηκε. Δύο μαθήτριες μου που ερχόντουσαν από το Νιχώρι, ερχόντουσαν το πρωί με το λεωφορείο και έφευγαν το βράδυ. Έφερνα και το φαγάκι τους και καθόντουσαν. Έμεινα πολύ ευχαριστημένες από εμένα και στη συνέχεια καλοπαντρευτήκανε κιόλας.

Τα ωράρια αυτής της δουλειάς πως ήταν;

Πολύ ρευστά. Το πρωί θα πήγαινα απλά τα παιδιά στο σχολειό. Δεν προλάβαινα να μαγειρεύω και να φτιάχνω το σπίτι, μαγείρευε και έκανε το νοικοκυριό η μάνα μου κι η αδελφή μου για όλο το σπίτι. Εγώ καθόμουν στη θέση μου ώρες ατελείωτες για να τελειώσω τη δουλειά. Επίσης διακοπές για εμένα δεν υπήρχαν. Είτε ήταν καλοκαίρι ή Πάσχα δούλευα.

Πως νιώθετε για όλα αυτά τα επαγγέλματα που χάνονται, νιώθετε νοσταλγία;

Δεν χάνονται! Αλλά υπάρχει εξέλιξη και είναι πιο καλή αυτή η εξέλιξη. Τώρα δεν πάνε να μάθουν μοδιστρική τα κορίτσια. Τώρα έχουμε μια κοπέλα που ήρθε στα Λεχαινά και άνοιξαν ένα μαγαζί που λέγεται «Το Χρυσό Ψαλίδι»(αναφέρθηκε και παραπάνω) το οποίο κάνει μπαλώματα, θα κοντύνει κάποιο παντελόνι, θα μπάσουν ένα ταγιέρ. Δεν συμφέρει πλέον να φτιάξει κάποιος ένα ρούχο εξ’ολοκλήρου από την αρχή. Αυτές οι δουλειές με το χέρι είναι «κέντημα». Εδώ σου λέω τα βιοτεχνικά βγαίνουν κομμάτια την ημέρα.

Δεν νιώθετε κάποια πικρία δηλαδή για αυτή την εξέλιξη, αντίθετα εγκρίνετε;

Βέβαια, βέβαια! Ο κόσμος εξελίσσεται. Το βλέπω πιο προοδευτικά το θέμα.

Ευχαριστούμε πάρα πολύ την κυρία Σταυρούλα.

Επιμέλεια κειμένου: Σταυρούλα Πολλάτου

Φωτογραφεία: Συλλογές Γεωργικού Μουσείου

 

1

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.